Καιρός

Γιορτάζουν

Χρονογράφημα

Τσάι με μια ιδέα μέλι (Συγγραφέας: Γάτη Λιλή)

Τα μάτια μου, χάθηκαν μέσα στην τεράστια κούπα. Αφέθηκαν λες κι αυτή τα άφησε να ξαπλώσουν στο χείλος της. Κι ύστερα βυθίστηκαν χωρίς να το καταλάβω, σ’ εκείνο το χρυσό υγρό που έμοιαζε με αλλιώτικη θάλασσα. Στο τσάι. Στο τσάι του βουνού. Ακούμπησα απαλά στην επιφάνειά της, μια κατάξανθη φέτα από λεμόνι και την άφησα σχεδία, να ταξιδέψει.. Κι ύστερα σαν βάρβαρος μια άλλης εποχής έριξα στην άκρη της μια ιδέα μέλι και αυτή, σχεδόν γοητευτικά βυθίστηκε.

Έσκυψα να μυρίσω το αχνιστό υγρό μα μύρισα εσένα… Σε μύρισα τόσο έντονα που σ’ ένιωσα μέσα μου. Σ’ ανασαίνω…

Ήμουν δεν θα ‘μουν οχτώ χρονών, μια αυγουστιάτικη Κυριακή που θύμιζε περισσότερο φθινόπωρο, στις πέντε το πρωί ακριβώς. Ο κόκορας έκανε πρόβα ακόμα για την πρωινή του παράσταση και ακουγόταν βραχνός και απρόθυμος.

«Σήκω Βασιλοπούλα» είπες γελώντας. « Σήκω και το τσάι δεν θα μας περιμένει μέχρι το χειμώνα». Κι εγώ με παραπονεμένο βλέμμα, να σου ζητάω πέντε λεπτάκια ύπνο ακόμη.

Ψηλή, με μακριά κατάλευκα μαλλιά μέχρι την μέση, που τα έκανες πλεξούδα και την πλεξούδα κότσο, ψηλά στο κεφάλι. Πάντα έτοιμη να αντιμετωπίσεις όλες τις καταστάσεις. Πάντα έτοιμη να προσφέρεις. Από αγάπη, μέχρι λίγο τσάι του βουνού τα κρύα βράδια του κάθε χειμώνα. Πάντα θυμάμαι τον τρόπο που χτένιζες τα μαλλιά σου. Πάντα δίπλα στη σόμπα, έγερνες ανάποδα το κεφάλι. Πρώτα μας έκανες τον μπαμπούλα για να γελάσουμε και ύστερα τα χτένιζες με την καφέ κοκάλινη τσατσάρα κι ας σου έλεγα κάθε φορά «η βούρτσα τα ξεμπερδεύει πιο εύκολα, γιαγιά».

Σήμερα, φορούσες και ζακέτα. ¶λλωστε θα πηγαίναμε σε μεγάλο υψόμετρο. Η μπλε φούστα λίγο πιο κάτω από το γόνατο και η κάλτσα λίγο πιο πάνω από αυτό να σε σφίγγει μια ζωή κι εσύ απλά να τρίβεις την κοκκινίλα κάπου-κάπου.

Σηκώθηκα ψευτοκλαίγοντας! Παρά την μεγάλη μου χαρά το προηγούμενο βράδυ, αυτή η δουλειά βλέπεις ήταν για τους μεγάλους και αυτόματα με μεγάλωνε, αυτό το ξύπνημα σήμερα, μου φαινόταν άδικο. ¶κουσα το κουτάλι να χτυπάει ρυθμικά την κούπα με το γάλα μου και χαμογέλασα! Ήταν η μέρα του κακάο! Και το σοκολατένιο γάλα ήρθε να χρωματίσει τη μέρα που ήταν ακόμη σκοτεινή.

Μου έδωσες το σακίδιό μου, πήρες κι εσύ το δικό σου, ρούφηξες στα γρήγορα την τελευταία γουλιά από τον μέτριο ελληνικό καφέ σου και βγήκαμε έξω.

Έχει μια ψύχρα… Ο Θείος έχει από ώρα ζεστάνει το αγροτικό και ο παππούς Γιώργος καταφθάνει σχεδόν χορεύοντας.

- Τι μούτρα είναι αυτά Βαγγελίτσα; Χαρά, μωρέ! Είναι μεγάλη μέρα η σημερινή! Θα πάμε να μαζέψουμε το τσαγάκι μας για το χειμώνα!

Πόσες ‘’μεγάλες μέρες’’, έχουν οι μεγάλοι στο χωριό! Η μεγάλη μέρα που κουρεύουμε το κοπάδι, ξύπνημα πάλι στις πέντε. Η μεγάλη μέρα που μαζεύουμε ρίγανη, ξύπνημα στις πέντε. Η μεγάλη μέρα που μαζεύουμε τίλιο, σταφύλια ,σύκα πάλι πέντε. Και τώρα η μεγάλη μέρα για το τσάι. Πέντε το πρωί κι αυτό.

- Βρε παππού, όλες τις μεγάλες μέρες τις μετράμε από το χάραμα! Η μαμά έχει στο σπίτι φακελάκια με τσάι. Κι εμείς θα πάμε να σκαρφαλώνουμε;

- Αυτά είναι πλαστικά, Βαγγελίτσα. Αυτό που θα μαζέψουμε θα μυρίζει λουλούδιά!

Χάραξε. Ο θείος μας αφήνει στην κορυφή της Γκιώνας, στο Μιτσέσι και θα έρθει να μας πάρει από τους πρόποδες το σούρουπο. Το σακίδιό μου έχει το κολατσιό μου και το νερό μου και σε λίγο θα γεμίσει με χεριές από φρέσκο, μυρωδάτο τσάι.

«Ένα νερό κυρά-Βαγγελιώ...» ο παππούς το γιορτάζει με την ψυχή του και με παρασύρει στη χαρά με το τραγούδι του. Έτσι προσπερνάμε και κανένα θαμνάκι τσάι. Η γιαγιά Σοφία, προσηλωμένη στον γιορτινό στόχο, δουλεύει ακατάπαυστα αλλά κάπου-κάπου μας κοιτάει και χαμογελάει.

Το απόγευμα, με βρίσκει κρεμασμένη στην πλάτη της γιαγιάς, αποκαμωμένη. Εκείνη δυνατή και αγέρωχη κατέβαινε την πλαγιά συνεχίζοντας να μαζεύει τσάι. Δεν είμαι σίγουρη αν κοιμήθηκα στην πλάτη της ή μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Το μόνο που θυμάμαι, είναι πως εκείνο το βράδυ όλο το σπίτι μύριζε τσάι. Τσάι κι εκείνη την παράξενη τρυφερή μυρωδιά της μάνας, που σε κάνει να αισθάνεσαι ασφαλής. Έστω κι αν δεν είναι η δική σου μάνα. Έστω κι αν είναι η μάνα της μάνας σου……

Ανθολόγιο Χρονογραφημάτων