Καιρός

Γιορτάζουν

Χρονογράφημα

Αποχαιρετισμός (Συγγραφέας: Γ. Αγιοργιώτης (Γιώργης Χαλατσάς))

Με παίδευε από πολύν καιρό με τα τηλεφωνήματά του, με τον πόθο του να τον πάω στο χωριό, επειδή ο ίδιος δεν το μπορούσε. Ηταν αλήθεια ότι ήταν υπέργηρος πλέον, εγγίζοντας τον αιώνα δρα στήριου βίου, αλλά τώρα του ήρθαν όλες οι αδυναμίες μαζί. Δεν είχε την αυτοδυναμία που είχε τα πρώτα χρόνια. Τώρα ήταν ανήμπορος να ταξιδέψει μόνος. Τα παρακάλια με λύγισαν και τ' αποφάσισα.

Μια χαρούμενη ημέρα, τον πήρα με το αυτοκίνητο και ανεβήκαμε στο χωριό. Στον ΑιΘανάση με σταμάτησε, ζητώντας να τον συνοδέψω μέσα ν' ανάψει ένα κερί στη μνήμη του αδελφού του. Υπάκουσα και η κατάνυξη ήταν το κάτι άλλο, απ' αυτή την απλή χειρονομία. Βγαίνοντας μου είπε, πως κοντά είναι το παλιό σχολείο, να περνούσαμε να το ιδούμε. Τον πληροφόρησα, ότι κατεδαφίστηκε κι έγινε πλατεία. Δεν είπε τίποτε. Ύστερα μου ζήτησε να περάσουμε απ' το πα τρικό σπίτι κι απ' τ' αλώνια που έπαιζε μικρός.

Φτάνοντας στο πηγάδι σταμάτησε και μου ζήτησε να πιει νερό, αλλά δεν υπήρχε κουβάς. Του είπα πως τα πηγάδια είναι σε αδράνεια, γιατί όλα τα σπίτια έχουν νερό. Με αντέκοψε κά πως ενοχλημένος, λέγοντας μου: «Εγώ θάθελα να πιω πηγαδίσιο νερό σαν και τότε, γιατί συνέχισε μ' αυτό πίναμε, έπιναν τα ζά, μαγειρεύαμε και πλενόμαστε. Πώς να μην το τιμή σω;». Του είπα να ανεβούμε απάνω στο σπίτι το πατρικό, αλλά μου απήντησε: «Δε θέλω να μπω, γιατί δεν θα βρω κανέναν από κείνους εκεί μέσα». Και λέγοντας, έβγαλε το μαντήλι του και γύρισε αριστερά το κεφάλι του, για να μην το βλέπω. Δάκρυσε. Ύστερα από λίγο με ρώτησε, αν μου είναι κόπος να φτάναμε ως το λιβάδι και τον αντέκοψα πάλι: «Ποιος ο λόγος;». Ήρεμα, αλλά με διάχυτη τη νοσταλγία μου είπε: «Εκεί παίζαμε και βοσκούσαμε και τις γίδες, και το Πάσχα με τις γιορτάδες που το απολαύσαν, δέναμε τα ζα και πρόσθεσε αξέχαστα χρόνια».

Όταν φτάσαμε, παρατήρησε ότι κάτι σα ν' άλλαξε, γιατί δεν το εύρισκε, όπως τόχε αφήσει. Και φεύγοντας, με παρα κάλεσε, πριν γυρίσουμε στο αυτοκίνητο, να περάσουμε μέσα από την ποταμιά, για να ιδεί και το ποτάμι. Περνώντας κι αυτό το βρήκε αλλαγμένο, λέγοντας: «ότι οι καιροί και οι κατεβασιές το άλλαξαν». Ζήτησε να φύγουμε. Στην διαδρομή ήταν αμίλητος. Ύστερα από λίγες ημέρες τον κηδέψαμε.

Ανθολόγιο Χρονογραφημάτων