Finding Kastellia (Συγγραφέας: Judith Zinis)

My sister often brags how she understood everything our Grandfather Zeinis said. For me, all his utterances were a mystery, hidden behind the thick wall of his Greek accent. Whenever he drew me near him on holidays or on visits, I grew anxious, afraid he would try to engage me in conversation. More likely than not, he asked the same question, the only sentence I could count on understanding. "So, you do well in school?" I would nod yes, smile, and that was the end of our interaction. Now, I want to know more, more about the man who left his village in Greece at the age of eighteen to come to America not to return until fifty years later. A man whose name I thought was Thomas Zinis, only to discover that it was really Efstathios Zeinis. What grief he must have felt knowing he would not be buried in the foothills of the Parnassos Mountains as generations of his family had, that he would not be returning to the tiny, fertile village of Kastellia to finish out his days as so many who left Greece in the early part of the 20th century had. My father's brother tells me that Grandpa wanted to return to Greece to die but couldn't because of his younger second wife, an immigrant from Ireland who spoke no Greek.

I first visited my grandfather's village almost ten years after he died. I had written to the address found on a letter posted from the village when he had last visited there. I wrote to that address, explaining who I was and asking if I could come for a visit. I received a letter from my grandfather's brother Haralabos Zeinis that brought me to tears. His son Nikos wrote back and began the letter by saying, "I can not describe my happiness when I received your letter. My father cried from sadness because he is the only one that is left from seven children," and later, "The days don't go fast enough until we can hug you." I felt welcomed already.

A few months later my family and I took the bus from Delphi to Kastellia. At one stop a man got on and he looked familiar. Then, I heard him rustling change or worry beads in his pocket, a sound I often heard whenever my father was around. He reminded of my father, Haralabos' nephew. I turned and he asked, "Judy?" I nodded. He pointed to himself and said "Nikos." Everything seemed to be falling in place for my visit to my grandfather's village. We all got off the bus in Kastellia next to the taverna on the corner. There was my great uncle Haralabos, my grandfather's brother. As we looked at each other, I could see we had the same exact color eyes-blue with a gold ring around the iris. I felt I belonged immediately. That first visit in the village had a profound impact on me. Although I couldn't and still can't speak Greek, every time I return I feel at home, at peace and I think, sometimes, my grandfather presence is with me on these visits, my other worldly companion, especially staying the same house where he was born.

I must have strong links to this part of the world. During that first visit, I discovered that I was related to half the village. I was also told that the day before my letter arrived, Haralabos dreamed that the moon told him a letter would be arriving about his brother Efstathios. Yes, there is a very strong, undeniable tie between me and Kastellia. Now, I return to my grandfather's house almost every summer for a short visit, and I am hoping that soon, the visits will be longer. I am learning more about my family's history and have been given some of the ancient family papers. I have taken these papers to Princeton University for translation.

I hope to have more information when I return this summer with my daughter. I am very fortunate to have discovered another part of my family and to have been welcomed so warmly by all the Zeinis.'

Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα Ελληνικά (Επιμέλεια: Παναγιώτης Μπάσιος)

Η αδελφή μου καυχιέται συχνά πώς καταλάβαινε όλα εκείνα τα οποία έλεγε ο παππούς Ζίνης. Για μένα, όλες οι εκφράσεις του ήταν ένα μυστήριο, κρυμμένες πίσω από τον «παχύ τοίχο» της ελληνικής του προφοράς. Όποτε με έπαιρνε κοντά του στις διακοπές ή σε επισκέψεις, ανησυχούσα, φοβούμενη ότι θα προσπαθούσε να συνομιλήσει μαζί μου.

Τις περισσότερες φορές, με ρωτούσε την ίδια ερώτηση, την μοναδική πρόταση την οποία καταλάβαινα. «Λοιπόν, τα πηγαίνεις καλά στο σχολείο;». Του έγνεφα «ναι», χαμογελούσα και εκεί τελείωνε η επικοινωνία μας.

Σήμερα, θέλω να μάθω περισσότερα. Περισσότερα, για τον άνθρωπο ο οποίος έφυγε από το χωριό του στην Ελλάδα όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών, για να έρθει στην Αμερική και να μην επιστρέψει παρά μόνο μετά από πενήντα χρόνια. Έναν άνθρωπο, του οποίου το όνομα νόμιζα πως ήταν Θωμάς Ζίνης, ενώ αργότερα ανακάλυψα πως στην πραγματικότητα ήταν Ευστάθιος Ζίνης.

Πόση θλίψη θα ένιωθε άραγε, αν γνώριζε ότι δεν θα θαβόταν στους πρόποδες του Παρνασσού, όπως γενεές της οικογένειάς του, ότι δεν θα επέστρεφε στο μικροσκοπικό, εύφορο χωριό των Καστελλίων για να ζήσει τις τελευταίες μέρες του, όπως πολλοί άλλοι που έφυγαν από την Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα και κατόπιν επέστρεψαν. Ο αδελφός του πατέρα μου, μου λέει ότι ο παππούς ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να πεθάνει, αλλά πως δεν θα μπορούσε, λόγω της νεώτερης, δεύτερης, συζύγου του, μιας μετανάστριας από την Ιρλανδία που δεν μιλούσε καθόλου ελληνικά.

Η πρώτη φορά που επισκέφτηκα το χωριό του παππού μου, ήταν δέκα χρόνια αφότου είχε πεθάνει. Είχα στείλει ένα γράμμα στη διεύθυνση την οποία είχα βρει, από ένα γράμμα το οποίο είχε παραλάβει από το χωριό, την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί. Έγραψα στη διεύθυνση αυτή, εξηγώντας ποια ήμουν και ρωτώντας αν θα μπορούσα να τους επισκεφθώ. Κατόπιν, έλαβα ένα γράμμα από τον αδερφό του παππού μου, Χαράλαμπο Ζίνη, το οποίο με συγκίνησε. Ο γιός του, ο Νίκος, μου απάντησε και ξεκίνησε το γράμμα, λέγοντας: «Δεν μπορώ να περιγράψω τη χαρά μου όταν έλαβα το γράμμα σου. Ο πατέρας μου έκλαιγε από θλίψη γιατί είναι ο μοναδικός εν ζωή από εφτά αδέρφια» και πιο μετά: «Μετράμε τις μέρες μέχρι να σε σφίξουμε στην αγκαλιά μας». Ήδη, αισθάνθηκα ευπρόσδεκτη.

Μετά από ορισμένους μήνες, πήραμε με την οικογένειά μου το λεωφορείο από τους Δελφούς προς τα Καστέλλια. Σε μια στάση, ανέβηκε ένας άντρας ο οποίος έδειχνε γνωστός. Λίγο αργότερα, τον άκουσα να παίζει με κάτι στην τσέπη του, το οποίο πρέπει να ήταν είτε τα ψιλά του, είτε ένα κομπολόι. Αυτός ήταν ένας ήχος τον οποίο άκουγα συχνά κοντά στον πατέρα μου. Μου θύμισε τον πατέρα μου, τον ανηψιό του Χαράλαμπου. Γύρισα και με ρώτησε: «Τζούντι;». Έγνεψα «ναι». Έδειξε τον εαυτό του και είπε «Νίκος». Τα πάντα φάνηκαν να μπαίνουν στη θέση τους κατά την επίσκεψή μου στο χωριό του παππού μου. Κατεβήκαμε όλοι στη στάση των Καστελλίων, δίπλα σε μια γωνιακή ταβέρνα. Εκεί μας περίμενε ο θείος μου ο Χαράλαμπος, ο αδερφός του παππού μου.

Καθώς κοιταζόμασταν, παρατηρούσα τα μάτια του, τα οποία είχαν το ίδιο χρώμα με το δικό μου – μπλε μ’ ένα χρυσαφί δακτύλιο γύρω από την ίριδα. Αμέσως, αισθάνθηκα ότι ανήκω σ’ αυτό τον τόπο. Εκείνη η πρώτη επίσκεψη στο χωριό, με επηρέασε βαθιά. Αν και δεν μπορούσα, ούτε μπορώ ακόμα και σήμερα, να μιλήσω ελληνικά, κάθε φορά που επιστρέφω, αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, τόσο γαλήνια, και μερικές φορές σκέφτομαι πως ο παππούς είναι μαζί μου σε αυτές τις επισκέψεις, ειδικά όταν μένω στο σπίτι στο οποίο γεννήθηκε.

Πρέπει να έχω βαθιές ρίζες σε αυτό το μέρος του κόσμου. Κατά τη διάρκεια εκείνης της πρώτης επίσκεψής μου, ανακάλυψα ότι είχα συγγενείς σχεδόν το μισό χωριό. Επίσης, μου είπαν ότι τη μέρα πριν φτάσει το γράμμα μου, ο θείος ο Χαράλαμπος ονειρεύτηκε ότι το φεγγάρι του είπε ότι θα λάμβανε ένα γράμμα για τον αδερφό του Ευστάθιο. Ναι, υπάρχει ένας πολύ ισχυρός, αδιαμφισβήτητος δεσμός μεταξύ εμού και των Καστελλίων. Τώρα, επιστρέφω στο σπίτι του παππού μου σχεδόν κάθε καλοκαίρι για μια σύντομη επίσκεψη, και ελπίζω ότι σύντομα, οι επισκέψεις μου θα είναι ολοένα και πιο μακροχρόνιες. Μαθαίνω για την ιστορία της οικογένειάς μου και έχω πάει ορισμένα παλιά οικογενειακά έγγραφα που μου έχουν δώσει, στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον για μετάφραση.

Ελπίζω να βρω περισσότερες πληροφορίες όταν έρθω αυτό το καλοκαίρι με την κόρη μου στα Καστέλλια. Είμαι πολύ τυχερή που ανακάλυψα ένα άλλο μέρος της οικογένειάς μου και που έχω γίνει τόσο θερμά αποδεκτή από όλους τους Ζίνηδες.

Ανθολόγιο Χρονογραφημάτων